GreekEnglish (United Kingdom)
Asia Minor Expedition

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου οι δυνάμεις της Ανταντ προχωρούν στο διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κατά την συνδιάσκεψη του Παρισιού αποφασίζεται η Μεγάλη Βρετανία να καταλάβει την περιοχή της Παλαιστίνης και του Ιράκ, η Γαλλία να προσαρτήσει τη Συρία και το Λίβανο, η Ιταλία να καταλάβει τα Νότια Παράλια της Μικράς Ασίας και να αποβιβαστούν τμήματα του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη ώστε να εγγυηθούν την ειρήνη στην περιοχή, η Αμερική εξ' αρχής ήταν αντίθετη στο διαμελισμό των εδαφών με αποτέλεσμα να μην επικυρώσει τις απόφασεις της συνδιάσκεψης. Ήδη κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου είχαν ξεκινήσει βιαιοπραγίες έναντι των Χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι ο Ελευθέριος Βενιζέλος πίεζε καθ όλη τη διάρκεια της συνδιάσκεψης για την απόβαση του Ελληνικού στρατού στη Σμύρνη ώστε να προστατευθούν οι Χριστιανοί της περιοχής.

Οι λόγοι που οδήγησαν τις Μεγάλες Δυνάμεις στην απόφαση να επιτρέψουν την είσοδο του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη ήταν αφενός ότι θα έπρεπε κάποιος να αναλάβει την επιβολή της ειρήνης στην περιοχή και αφετέρου να ανακόψουν τις επεκτατικές βλέψεις της Ιταλίας η οποία είχε ήδη καταλάβει την Αττάλεια και κινούνταν προς την περιοχή της Σμύρνης.

Στις 2 Μαΐου 1919 τα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάζονται στη Σμύρνη υπό τις έντονες επευφημίες και τους έξαλλους πανηγυρισμούς των Ελλήνων και Αρμενίων κατοίκων. Η Ιταλία μη ικανοποιημένη από την έκβαση των γεγονότων αποχωρεί από την Αττάλεια και αποφασίζει την ενίσχυση του Κεμάλ σε οικονομικό και διπλωματικό επίπεδο.

Παράλληλα το Εθνικό Απελευθερωτικό Κίνημα με ηγέτη του τον Μουσταφά Κεμάλ γιγαντώνεται εναντίων του Σουλτανικού Κράτους. Αρνείται να δεχθεί τις ύπαρξη ξένων δυνάμεων στη Οθωμανική Αυτοκρατορία και τους ταπεινωτικούς όρους των Συμμαχικών Δυνάμεων. Μεταφέρει την πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από την Κωνσταντινούπολη στην Άγκυρα και αποφασίζει να διεξάγει πόλεμο φθοράς στον ελληνικό στρατό της Σμύρνης καθώς και να αναπτύξει διπλωματικές επαφές με τις δυνάμεις της Ανταντ.

Οι αποφάσεις των δυνάμεων της Ανταντ στη Συνδιάσκεψη της ειρήνης στο Παρίσι επικυρώθηκαν επισήμως με τη συνθήκη των Σεβρών στις 28/07/1920. Βάσει της συνθήκης η Ελλάδα προσαρτούσε την Ανατολική Θράκη ως την Κωνσταντινούπολη, τα νησιά του Βορείου Αιγαίου με την Ίμβρο και την Τένεδο καθώς και αποκτούσε τη Διοίκηση της Σμύρνης. Σχετικά με την κατοχή της Σμύρνης, θα διεξαγόταν δημοψήφισμα έπειτα από 5 χρόνια ώστε να αποφασίσουν οι κάτοικοι της περιοχής εφόσον επιθυμούσαν την επίσημη ένωση με την Ελλάδα.

Η Συνθήκη των Σεβρών δεν αναγνωρίστηκε ποτέ από τον Κεμάλ, ενώ η Γαλλία διατύπωσε τις επιφυλάξεις της, δεν είναι τυχαίο ότι η συγκεκριμένη συνθήκη παρομοιάζεται με τις εύθραυστες πορσελάνες των Σεβρών. Ακόμα παρατηρείται αλλαγή στη στάση των Μεγάλων Δυνάμεων οι οποίες ενώ επικύρωσαν τη Συνθήκη, στο παρασκήνιο αναπτύσσουν σχέσεις με το Κεμαλικό Καθεστώς. Από τη στιγμή που ήταν προφανής η επικράτηση του Μουσταφά Κεμάλ στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ξεκίνησε ένας αγώνας δρόμου μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων για το ποια θα καταφέρει να αποσπάσει οικονομικά προνόμια από το νεοσύστατο Κεμαλικό Καθεστώς.

Έπειτα από την Συνθήκη των Σεβρών ο Ελευθέριος Βενιζέλος ζητάει την έγκριση των Μεγάλων Δυνάμεων ώστε να ξεκινήσει ευρείας κλίμακας επιχειρήσεις επειδή ο Κεμαλικός στρατός επιτίθονταν στο ελληνικό έδαφος παραβιάζοντας την Συνθήκη των Σεβρών. Οι μεγάλες δυνάμεις δίνουν τη συγκατάθεσή τους και έτσι το μικρασιατικό μέτωπο διευρύνεται.

Παράλληλα στην Ελλάδα ο Εθνικός Διχασμός κορυφώνεται δεδομένου ότι η «Ηνωμένη Αντιπολίτευσις» του Γούναρη δεν συμφωνούσε με την εξωτερική πολιτική των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων καθώς και το αυξανόμενο σε γόητρο και ισχύ Κεμαλικό Καθεστώς ανησυχούν την αντι βενιζελική παράταξη η οποία αποδοκιμάζει ανοιχτά την κλιμάκωση των επιχειρήσεων στο μέτωπο της Μικράς Ασίας.

Τα ολέθρια αποτελέσματα του Εθνικού Διχασμού κάνουν την εμφάνιση τους όταν στις 30 Ιουλίου 1920 δύο απότακτοι αξιωματικοί προσπαθούν να δολοφονήσουν τον Ελευθέριο Βενιζέλο στον σταθμό της Λυών, την στιγμή που έμπαινε στο τρένο για να επιστρέψει στην Ελλάδα έπειτα από την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών.

Ακριβώς την επόμενη ημέρα οι βενιζελικοί ως αντίποινα συλλαμβάνουν όλους τους αντιβενιζελικούς πολιτικούς, καταστρέφουν το θέατρο της Μαρίκας Κοτοπούλη και δολοφονούν στην Αθήνα τον πολιτικό, διπλωμάτη και εξέχουσα φυσιογνωμία του μακεδονικού αγώνα 'Ιωνα Δραγούμη.Η δολοφονία του Ιωνος Δραγούμη συγκλόνισε τον πολιτικό βίο της χώρας προκαλώντας τη φρίκη του Ελευθερίου Βενιζέλου, ενώ το χάσμα μεταξύ των δύο αντίπαλων παρατάξεων βάθαινε όλο και περισσότερο.

Έπειτα από αυτά τα γεγονότα, δεδομένης της δυσφορίας που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται στο λαό και μεσούσης της μικρασιατικής εκστρατείας ο Ελευθέριος Βενιζέλος προκηρύσσει εκλογές. Ημερομηνία των εκλογών ορίζεται η 1 Νοεμβρίου 1920.

Στον ήδη ταραγμένο πολιτικό βίο της Ελλάδος ήρθε να προστεθεί και ο αναπάντεχος θάνατος του Βασιλέως Αλεξάνδρου ο οποίος επήλθε έπειτα από το δάγκωμα μίας μαϊμούς στο Τατόι, στις 12/10/1920.

Την ίδια μέρα η κυβέρνηση εκδίδει και δημοσιεύει «διάγγελμα επί τω θανάτω του Βασιλέως Αλεξάνδρου». Στο ίδιο διάγγελμα γίνεται λόγος και για την ανάγκη αντικατάστασης του Βασιλέως από αντιβασιλέα. Πράγματι, ο Ελευθέριος Βενιζέλος κάλεσε τη Βουλή, αν και είχε διαλυθεί εν όψει των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920, η οποία εξέλεξε ως αντιβασιλέα τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη. Αυτή ήταν μία προσωρινή λύση μέχρι τις επερχόμενες εκλογές αφού το θέμα της διαδοχής του Βασιλέως Αλεξάνδρου παρέμενε ακόμα «ανοιχτό».

Οι εκλογές διεξάγονται και η παράταξη του Βενιζέλου χάνει. Ο ίδιος ο Βενιζέλος δεν εκλέγεται ούτε καν βουλευτής και αυτοεξορίζεται στο Παρίσι. Τις εκλογές κερδίζει η «Ηνωμένη Αντιπολίτευση». Τα αίτια τη ήττας είναι πολλά κυριότερα θεωρούνται η εξάντληση του ελληνικού λαού ο οποίος βρισκόταν σε συνεχή επιστράτευση από το 1912 καθώς και ο ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων (οι οποίες βοήθησαν την επιβολή του Βενιζέλου) κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού .

Το Δεκέμβριο του 1920 η κυβέρνηση Δημητρίου Ράλλη οργάνωσε δημοψήφισμα για την επάνοδο του Βασιλέως Κωνσταντίνου ως λύση του ζητήματος της διαδοχής που είχε προκύψει από το θάνατο του Βασιλέως Αλεξάνδρου. Στο δημοψήφισμα αποφασίζεται η επιστροφή του Βασιλέως Κωνσταντίνου.

Θεωρώντας ότι η Ελλάδα εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Αγγλίας, η Γαλλία, η οποία είχε κυρίως οικονομικά συμφέροντα στην περιοχή, αρχίζει να εκφράζει επίσημα πλέον την άποψη για αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών και προτείνει την «πολιτική» λύση για την αντιμετώπιση του τουρκικού εθνικισμού. Παράλληλα στην Αγγλία οι εσωτερικές αντιδράσεις πλήθαιναν συνεχώς πιέζοντας για αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών. Επιπλέον οι επαφές του Κεμάλ με τη Σοβιετική Ένωση, η οποία ήταν σταθερά αντίθετη στη στρατιωτική επέμβαση στη Μικρά Ασία, θεωρώντας την επεκτατικό πόλεμο υποκινούμενο από τις δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αντιμετωπίστηκε καχύποπτα από τις μεγάλες δυνάμεις οι οποίες έπρεπε να σπεύσουν ώστε να κατοχυρώσουν τα δικαιώματά τους. Έτσι η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 και η επαναφορά του Βασιλέως Κωνσταντίνου έδωσαν απλώς την ευκαιρία στις Δυνάμεις, και κυρίως στη Γαλλία και στην Ιταλία, να εκδηλώσουν ανοιχτά την αντίθεσή τους απέναντι στην Ελλάδα και προσεγγίζουν την Κεμαλική Τουρκία.

Τον Φεβρουάριο του 1921 συγκαλείτε στο Λονδίνο Διασυμμαχική Συνδιάσκεψη στην οποία συμμετέχουν και εκπρόσωποι του Κεμαλικού καθεστώτος έπειτα από υπόδειξη της Ιταλίας, ώστε να αποφασιστεί από τους συμμάχους το μέλλον του μετώπου της Ανατολής. Η συμμετοχή των εκπροσώπων του Κεμαλικού Καθεστώτος σημαίνει πλέον ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις αναγνωρίζουν και επίσημα το καθεστώς Κεμάλ. Οι συζητήσεις κατέληξαν σε διπλωματικό αδιέξοδο λόγω των υπερβολικών και παράλογων απαιτήσεων του Κεμάλ ο οποίος είχε ενδυναμωθεί οικονομικά και διπλωματικά από την υποστήριξη των Μπολσεβίκων, των Γάλλων και των Ιταλών. Παρόλο που η ελληνική κυβέρνηση συμμετείχε στη συνδιάσκεψη με σκοπό να τερματίσει τον πόλεμο και να προσαρτήσει όσα εδάφη μπορεί αναίμακτα, οι παράλογες απαιτήσεις του Κεμάλ καθώς και η διαμήνυση από πλευράς Γαλλίας και Αγγλίας ότι αν ο ελληνικός στρατός υποχωρούσε δεν θα μεσολαβούσαν για την ορθή μεταχείριση των Ελλήνων οι οποίοι θα έμεναν απροστάτευτοι στα Βάθη της Τουρκίας, αναγκάζουν την ελληνική κυβέρνηση να κλιμακώσει τις επιχειρήσεις.

Έτσι το Μάρτιο του 1921 εξαπολύεται επίθεση προς τις θέσεις Εσκι Σεχίρ και Αφιόν Καραχισάρ, στόχος του ελληνικού στρατού είναι να φέρει καίριο πλήγμα στις συγκοινωνιακές αρτηρίες και να δυσκολέψει την μεταφορά εφοδίων προς τον Κεμάλ. Τις νικηφόρες μάχες διαδέχονται ήττες στο μέτωπο λόγω της κούρασης και την εξάντλησης του στρατού.

Τα άσχημα νέα του μετώπου οδηγούν σε πολιτική κρίση. Ο πρωθυπουργός Καλογερόπουλος ο οποίος μόλις πριν από 2 μήνες είχε διαδεχθεί τον Ράλλη παραιτείται και τη θέση του αναλαμβάνει ο ίδιος ο Δημήτριος Γούναρης.

Το Μάιο του 1921 ξεκινάει γενικευμένη επίθεση από τον Ελληνικό στρατό. Λόγω της κρισιμότητας της κατάστασης επισκέπτεται την Σμύρνη ο Βασιλέας Κωνσταντίνος μαζί με τον Δημήτριο Γούναρη τους οποίους υποδέχονται με θερμές εκδηλώσεις οι Έλληνες της περιοχής.

Τον Ιούλιο του 1921 ο Ελληνικός στρατός επιτυγχάνει σπουδαία νική έναντι του Κεμαλικού στρατού στο Εσκι –Σεχίρ και αναγκάζει τον Κεμαλικό Στρατό να οπισθοχωρήσει στην Άγκυρα. Στις 15 του ίδιου μήνα λαμβάνεται η απόφαση να κινηθεί ο Ελληνικός Στρατός προς την Άγκυρα ώστε να πλήξει την «καρδιά του Κεμαλικού καθεστώτος» και να καταστρέψει τις βάσεις ανεφοδιασμού του Τουρκικού στρατού.

Ακολουθεί η μάχη του Σαγγαρίου όπου ο Κεμαλικός στρατός κρατά αρχικά αμυντική στάση. Από τις αρχές έως και τα τέλη Αυγούστου του 1921 ο ελληνικός στρατός προελαύνει νικηφόρα και στις 28 Αυγούστου του ίδιου έτους γυρνάει σε αμυντική γραμμή για να αντιμετωπίσει την Τούρκικη αντεπίθεση. Ο ελληνικός στρατός λόγω της σφοδρής αντεπίθεσης αναγκάζεται να συμπτύξει τις γραμμές του για να αμυνθεί επιτυχώς. Τους μήνες που ακολούθησαν δεν πραγματοποιήθηκαν σπουδαίες πολεμικές επιχειρήσεις ούτε από τον ελληνικό αλλά ούτε και από τον Τουρκικό στρατό.

Η απραξία του μετώπου βρισκόταν σε πλήρη αντιδιαστολή με τις διπλωματικές επαφές οι οποίες από την πλευρά τις ελληνικής κυβέρνησης βρίσκονταν στο ζενίθ. Ο Έλληνας πρωθυπουργός σε συνεχείς επαφές του με τους εκπροσώπους των μεγάλων δυνάμεων ζητούσε να βρεθεί συμβιβαστική λύση για την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από την Μικρά Ασία καθώς και άρση του οικονομικού αποκλεισμού. Οι Μεγάλες Δυνάμεις παρόλα αυτά δεν ήθελαν να εμπλακούν. Μόνο η Αγγλία σε θεωρητικό επίπεδο υποστήριζε τις ελληνικές θέσεις, περισσότερο για να εξασφαλίσει τα δικά τις προνόμια.

Στην Ελλάδα η οικονομική κατάσταση είναι άθλια δεδομένου ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες όπως ισχυρίζονταν κρατούσαν ουδέτερη στάση, διέκοψαν την οικονομική ενίσχυση ενώ παράλληλα οι ανάγκες του μετώπου αυξάνονταν κατακόρυφα. Οι αυξημένες οικονομικές ανάγκες αναγκάζουν τον τότε υπουργό οικονομικών Πρωτοπαπαδάκη να προβεί σε ένα παράδοξο αναγκαστικό εσωτερικό δάνειο στις 25/03/1922 διχοτομώντας το νόμισμα.

Στις 13/08/1922 ξεκινάει σφοδρή αντεπίθεση του Κεμαλικού στρατού. Ο ελληνικός στρατός ταλαιπωρημένος και μακριά από τα κέντρα ανεφοδιασμού του υποχωρεί και στις 26 Αυγούστου το ελληνικό μέτωπο καταρρέει. Ο Ελληνικός στρατός φεύγει ατάκτως κατευθυνόμενος προς τα παράλια ώστε να μπορέσει να μεταβεί στην Ελλάδα. Τα νέα της κατάρρευσης του μετώπου οδηγούν στην αθρόα προσέλευση ελλήνων στα παράλια της Μικράς Ασίας οι οποίοι φοβούμενοι τις εξελίξεις εγκαταλείπουν τις πατρογονικές τους εστίες στην ενδοχώρα. Μέσα σε λίγες ημέρες η προκυμαία της Σμύρνης γεμίζει από πρόσφυγες χριστιανούς οι οποίοι περίμεναν κάποιο πλοίο ώστε να μπορέσουν να φύγουν για την Ελλάδα.

Στις 28/08/1922 μπαίνει στη Σμύρνη Τουρκική διοίκηση και την ίδια ημέρα βασανίζεται και θανατώνεται ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος ο οποίος αρνήθηκε παρά τις πιέσεις των Γάλλων για να του παρέχουν προστασία, να εγκαταλείψει το ποίμνιο του.

Την ήδη αφόρητη κατάσταση της προκυμαίας ήρθε να επιβαρύνει η φωτιά που ξέσπασε στην Αρμένικη συνοικία και η οποία σε λίγα λεπτά εξαπλώθηκε στην Ελληνική. Το μέτωπο της φωτιάς εξαπλωνόταν σε απόσταση 2 χιλιομέτρων. Πλέον οι άνθρωποι που συνωστίζονταν στη προκυμαία βρίσκονταν μεταξύ φωτιάς και θάλασσας. Λόγω του πανικού και του συνωστισμού πολλοί άνθρωποι πνίγηκαν πέφτοντας στη θάλασσα από την πίεση που δέχονταν από τους ανθρώπου που ήθελαν να αποφύγουν τη φωτιά.

Ήδη στην προκυμαία της Σμύρνης έκαναν την εμφάνιση τους πλοία των ουδέτερων δυνάμεων τα οποία κοίταζαν παθητικά τις εξελίξεις.

Μέχρι τα μέσα του Σεπτεμβρίου είχαν φύγει ή είχαν συλληφθεί όλοι οι Έλληνες τις Μικράς Ασίας.

Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, ο στρατός, που είχε καταφύγει στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, εξεγέρθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1922 υπό την ηγεσία των συνταγματαρχών Πλαστήρα και Γονατά.

Στην προκήρυξη τους ζητούσαν μεταξύ άλλων: Την παραίτηση του Βασιλέως Κωνσταντίνου υπέρ του Διαδόχου Γεωργίου, την παραίτηση της κυβέρνησης, την διάλυση της Βουλής και διόριζαν τον Ελευθέριο Βενιζέλο εκπρόσωπο της Ελλάδας. Στις 14 Σεπτεμβρίου ο Βασιλέας Κωνσταντίνος παραιτείται και φεύγει από την Ελλάδα. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1922, ο θρόνος πέρασε στο Διάδοχο Γεώργιο, ο οποίος ονομάστηκε Βασιλεύς Γεώργιος Β'.

Βλέποντας ότι ο ελληνοτουρκικός πόλεμος μπορούσε να έχει ολέθρια αποτελέσματα για τα οικονομικά τους συμφέροντα οι Μεγάλες Δυνάμεις επεμβαίνουν για να ξεκινήσουν συζητήσεις ειρήνης των δύο Χωρών. Απαίτηση του Κεμάλ για να ξεκινήσουν οι συζητήσεις ήταν να δοθεί η Ανατολικά Θράκη πίσω στην Τουρκία. Παρά τις ελπίδες του Βενιζέλου για στήριξη της Αγγλίας, τελικά στις 23 Σεπτεμβρίου οι πρώην Σύμμαχοι της Ελλάδος ζητούν την παράδοση της Ανατολικής Θράκης.

Κατόπιν αυτών στις 11/10/1922 υπογράφεται η Συνθήκη ανακωχής των Μουδανιών. Το κύριο θέμα της ανακωχής αφορούσε τα σύνορα της Ελλάδας με την Τουρκία στην Ανατολική Θράκη, που κανονίστηκε να είναι ο ποταμός Έβρος (Μαρίτσα). Ανάλογα με την απώλεια του εδάφους στη Θράκη καθορίστηκε η γραμμή υποχώρησης των ελληνικών στρατευμάτων και ξεκίνησε η εκκένωση της Ανατολικής Θράκης από τους Έλληνες. Η συνθήκη πρόβλεπε η υποχώρηση των Ελλήνων να πραγματοποιηθεί σε 15 μέρες και σε 30 μέρες να αναλάβει η Τουρκία την εξουσία στην περιοχή. 8.000 Τούρκοι αστυνομικοί εγκαταστάθηκαν στην Ανατολική Θράκη κατά τη διάρκεια της εκκένωσης. Η Κωνσταντινούπολη και τα Στενά πέρασαν υπό τουρκική κυριαρχία και η Τουρκία υποχρεώθηκε να επιτρέψει την ελεύθερη διέλευση των πλοίων από τα Στενά. Η επιθυμία των Τούρκων να περιληφθεί η Δυτική Θράκη στην επικράτειά τους δεν πραγματοποιήθηκε. Η περιοχή δυτικά του Έβρου παρέμεινε ελληνική επαρχία.

Η ανακωχή των Μουδανιών που υπογράφηκε από την Τουρκία και την Ελλάδα ήταν μια προετοιμασία για τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923.Οι δύο συνθήκες αποτέλεσαν το τέλος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου 1919 – 1922 και αντικατέστησαν τη Συνθήκη των Σεβρών του 1920 που ήταν θνησιγενής.

Η συνθήκη της Λωζάννης αφορούσε στην Ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Η ελληνοτουρκική Συνθήκη Ανταλλαγής αποτελεί μια πρωτοφανή ρύθμιση στην παγκόσμια ιστορία, καθώς βάσει αυτής εκπατρίστηκαν αναγκαστικά, χωρίς δυνατότητα επιστροφής και με μοναδικό κριτήριο της θρησκεία, περίπου δύο εκατομμύρια άνθρωποι – 1,2 εκατομμύρια ορθόδοξοι χριστιανοί και 600.000 μουσουλμάνοι. Από τη ρύθμιση εξαιρέθηκαν οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου και οι μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης. Αυτή η συνθήκη ήταν ουσιαστικά μία επισημοποίηση της πραγματικότητας, δεδομένου ότι ήδη 1.000.000 Έλληνες είχαν μετακινηθεί στην Ελλάδα από τα παράλια της Μικράς Ασίας, ενώ περίπου 250.000 είχαν έρθει από την Ανατολική Θράκη.

Πλέον η Ελλάδα μέσα σε όλα τα προβλήματα που την ταλανίζουν έχει να αντιμετωπίσει και το προσφυγικό ζήτημα το οποίο ζητάει επιτακτικά λύση. Οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης θα ενσωματωθούν γρήγορα, θα συμβάλουν ενεργά σε όλους τους τομείς της κοινωνίας και θα βοηθήσουν σημαντικά στην οικονομική και πολιτιστική πορεία της Ελλάδος.

Στην Ελλάδα τυπικά το ζήτημα της Μικρασιατικής καταστροφής λήγει με την δίκη που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως η δική των έξι. Η δίκη διεξήχθη από τις 31 Οκτωβρίου έως τις 15 Νοεμβρίου 1922 για να καταδικαστούν οι αίτιοι της Μικρασιατικής Καταστροφής. Οι Μεγάλες Δυνάμεις εξ αρχής πιέζουν τον Πλαστήρα ώστε να μην προβεί σε ακρότητες η επανάσταση, όμως η επιθυμία τους δεν εισακούεται. Η επαναστατική επιτροπή προχωρεί σε εκαθάριση των αντιβενιζαλικών στο στρατό και στο κοινοβούλιο.

Στο εδώλιο κάθισαν επτά πολιτικοί και ένας στρατιωτικός : Δημήτριος Γούναρης (πρώην Πρωθυπουργός) ,Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης (πρώην Πρωθυπουργός), Νικόλαος Στράτος (πρώην Πρωθυπουργός), Νικόλαος Θεοτόκης (Υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη), Γεώργιος Μπαλτατζής (Υπουργός Εξωτερικών στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη), Ξενοφών Στρατηγός, υποστράτηγος ε.α. (Υπουργός Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Γούναρη), Μιχαήλ Γούδας, υποναύαρχος ε.α. (Υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Γούναρη), Γεώργιος Χατζανέστης, αντιστράτηγος (Αρχιστράτηγος Μικράς Ασίας και Θράκης)

Η πεποίθηση που κυριαρχούσε ήταν ότι ο ελληνικός στρατός δεν νικήθηκε, αλλά προδόθηκε και ως εκ τούτου οι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν στους κατηγορουμένους ήταν για εσχάτη προδοσία.

Στις 15 Νοεμβρίου 1922 εκδίδεται η απόφαση του δικαστηρίου η οποία ήταν η ακόλουθη :

«Εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων Γεωργίου Β' το Έκτακτον Στρατοδικείον συσκεφθέν κατά νόμον, κηρύσσει παμψηφεί τους μεν Γεώργιον Χατζηανέστην, Δημήτριον Γούναρην, Νικόλαον Στράτον, Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, Γεώργιον Μπαλτατζήν και Νικόλαον Θεοτόκην εις την ποινήν του Θανάτου. Τους δε Μιχαήλ Γούδαν και Ξενοφώντα Στρατηγόν εις την ποινήν των ισοβίων δεσμών.

Διατάσσει την στρατιωτικήν καθαίρεσιν των Γεωργίου Χατζανέστη αρχιστρατήγου, Ξενοφώντος Στρατηγού υποστρατήγου και Μιχαήλ Γούδα υποναυάρχου και επιβάλλει αυτούς τα έξοδα και τέλη.

Επιδικάζει παμψηφεί χρηματικήν αποζημίωσιν υπέρ του Δημοσίου κατά του Δημητρίου Γούναρη δραχμών 200 χιλιάδων, Νικολάου Στράτου δραχμών 335 χιλιάδων, Γεωργίου Μπαλτατζή και Νικολάου Θεοτόκη δραχμών 1 εκατομμυρίου και Μιχαήλ Γούδα δραχμών 200 χιλιάδων».

Την ίδια ημέρα πραγματοποιήθηκαν οι εκτελέσεις

Η δίκη αυτή αποτελεί ένα από τα πιο δραματικά επεισόδια του Εθνικού Διχασμού και έγινε κυρίως για να ικανοποιηθεί το λαϊκό αίσθημα το οποίο ζητούσε εκδίκηση για την μικρασιατική κατάστροφη.